Τα λόγια μας μπορεί να κρύβουν τις σκέψεις μας, οι πράξεις μας όμως τις φανερώνουν...

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Γιάννης Ρίτσος - Ρωμιοσύνη

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.
Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.
Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους -
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.
Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.
Τόσα χρόνια ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι διψᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα,
ἔφαγε ἡ κάψα τὰ χωράφια τους κ᾿ ἡ ἁρμύρα πότισε τὰ σπίτια τους
ὁ ἀγέρας ἔριξε τὶς πόρτες τους καὶ τὶς λίγες πασχαλιὲς τῆς πλατείας
ἀπὸ τὶς τρῦπες τοῦ πανωφοριοῦ τους μπαινοβγαίνει ὁ θάνατος
ἡ γλῶσσα τους εἶναι στυφὴ σὰν τὸ κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τὰ σκυλιά τους τυλιγμένα στὸν ἴσκιο τους
ἡ βροχὴ χτυπάει στὰ κόκκαλά τους.
Πάνου στὰ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τὴ σβουνιὰ καὶ τὴ νύχτα
βιγλίζοντας τὸ μανιασμένο πέλαγο ὅπου βούλιαξε
τὸ σπασμένο κατάρτι τοῦ φεγγαριοῦ.
Τo ψωμὶ σώθηκε, τὰ βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τὰ κανόνια τους μόνο μὲ τὴν καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε -
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.
II
Κάθε ποὺ βραδιάζει μὲ τὸ θυμάρι τσουρουφλισμένο στὸν κόρφο τῆς πέτρας
εἶναι μία σταγόνα νερὸ ποὺ σκάβει ἀπὸ παλιὰ τὴ σιωπὴ ὡς τὸ μεδούλι
εἶναι μία καμπάνα κρεμασμένη στὸ γέρο-πλάτανο ποὺ φωνάζει τὰ χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμοῦνται στὴ χόβολη τῆς ἐρημιᾶς
κ᾿ οἱ στέγες συλλογιοῦνται τὸ μαλαματένιο χνούδι στὸ πάνω χείλι τοῦ Ἁλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σὰν τὴ φούντα τοῦ καλαμποκιοῦ καπνισμένο ἀπ᾿ τὸν καημὸ τῆς δύσης.
Ἡ Παναγία πλαγιάζει στὶς μυρτιὲς μὲ τὴ φαρδειά της φοῦστα λεκιασμένη ἀπ᾿ τὰ σταφύλια.
Στὸ δρόμο κλαίει ἕνα παιδὶ καὶ τοῦ ἀποκρίνεται ἀπ᾿ τὸν κάμπο ἡ προβατίνα ποὔχει χάσει τὰ παιδιά της.
Ἴσκιος στὴ βρύση. Παγωμένο τὸ βαρέλι.
Ἡ κόρη τοῦ πεταλωτῆ μὲ μουσκεμένα πόδια.
Ἀπάνου στὸ τραπέζι τὸ ψωμὶ κ᾿ ἡ ἐλιά,
μὲς στὴν κληματαριὰ ὁ λύχνος τοῦ ἀποσπερίτη
καὶ κεῖ ψηλά, γυρίζοντας στὴ σοῦβλα του, εὐωδάει ὁ γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο καὶ πιπέρι.
Ἅ, τί μπρισίμι ἀστέρι ἀκόμα θὰ χρειαστεῖ
γιὰ νὰ κεντήσουν οἱ πευκοβελόνες στὴν καψαλισμένη μάντρα τοῦ καλοκαιριοῦ «κι αὐτὸ θὰ περάσει»
πόσο θὰ στίψει ἀκόμα ἡ μάνα τὴν καρδιὰ τῆς πάνου ἀπ᾿ τὰ ἑφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ὥσπου νὰ βρεῖ τὸ φῶς τὸ δρόμο του στὴν ἀνηφόρα τῆς ψυχῆς της.
Τοῦτο τὸ κόκκαλο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆς
μετράει ὀργιὰ-ὀργιὰ τὴ γῆς καὶ τὶς κόρδες τοῦ λαγούτου
καὶ τὸ λαγοῦτο ἀποσπερὶς μὲ τὸ βιολὶ ὡς τὸ χάραμα
καημό-καημὸ τὸ λὲν στὰ δυοσμαρίνια καὶ στοὺς πεύκους
καὶ ντιντινίζουν στὰ καράβια τὰ σκοινιὰ σὰν κόρδες
κι ὁ ναύτης πίνει πικροθάλασσα στὴν κοῦπα τοῦ Ὀδυσσέα.
Ἅ, ποιὸς θὰ φράξει τότες τὴ μπασιὰ καὶ ποιὸ σπαθὶ θὰ κόψει τὸ κουράγιο
καὶ ποιὸ κλειδὶ θὰ σοῦ κλειδώσει τὴν καρδιὰ ποὺ μὲ τὰ δυὸ θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει τοῦ Θεοῦ τ᾿ ἀστροπερίχυτα περβόλια;
Ὥρα μεγάλη σὰν τὰ Σαββατόβραδα τοῦ Μάη στὴ ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σὰν ταψὶ στοῦ γανωτζῆ τὸν τοῖχο
μεγάλο τὸ τραγούδι σὰν ψωμὶ στοῦ σφουγγαρᾶ τὸ δεῖπνο.
Καὶ νὰ ποὺ ροβολάει τὰ τρόχαλα τὸ κρητικὸ φεγγάρι
γκάπ, γκάπ, μὲ εἴκοσι ἀράδες προκαδούρα στὰ στιβάλια του,
καὶ νάτοι αὐτοὶ ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουνε τὴ σκάλα τοῦ Ἀναπλιοῦ
γεμίζοντας τὴν πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα ἀπὸ σκοτάδι,
μὲ τὸ μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο ἀστέρι
καὶ μὲ τὸ δόντι τους πευκόρριζα στοῦ Αἰγαίου τὸ βράχο καὶ τὸ ἁλάτι.
Μπῆκαν στὰ σίδερα καὶ στὴ φωτιά, κουβέντιασαν μὲ τὰ λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ τὸ θάνατο στὸ καύκαλο τοῦ παππουλῆ τους,
στ᾿ Ἁλώνια τὰ ἴδια ἀντάμωσαν τὸ Διγενῆ καὶ στρώθηκαν στὸ δεῖπνο
κόβοντας τὸν καημὸ στὰ δυὸ ἔτσι ποὺ κόβανε στὸ γόνατο τὸ κριθαρένιο τους καρβέλι.
Ἔλα κυρὰ μὲ τ᾿ ἁρμυρὰ ματόκλαδα, μὲ φλωροκαπνισμένο χέρι
ἀπὸ τὴν ἔγνοια τοῦ φτωχοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ χρόνια -
ἡ ἀγάπη σὲ περμένει μὲς στὰ σκοῖνα,
μὲς στὴ σπηλιά του ὁ γλάρος σου κρεμάει τὸ μαῦρο κόνισμά σου
κι ὁ πικραμένος ἀχινιός σου ἀσπάζεται τὸ νύχι τοῦ ποδιοῦ σου.
Μέσα στὴ μαύρη ρῶγα τοῦ ἀμπελιοῦ κοχλάζει ὁ μοῦστος κατακόκκινος,
κοχλάζει τὸ ροδάμι στὸν καμένο πρῖνο,
στὸ χῶμα ἡ ρίζα τοῦ νεκροῦ ζητάει νερὸ γιὰ νὰ τινάξει ἐλάτι
κ᾿ ἡ μάνα κάτου ἀπ᾿ τὴ ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαῖρι.
Ἔλα κυρὰ ποὺ τὰ χρυσὰ κλωσσᾶς αὐγὰ τοῦ κεραυνοῦ -
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θὰ βγάλεις τὸ τσεμπέρι καὶ θὰ πάρεις πάλι τ᾿ ἄρματα
νὰ σὲ χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
νὰ σπάσει ρόιδι ὁ ἥλιος στὴν ἀλατζαδένια σου ποδιὰ
νὰ τὸν μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στὰ δώδεκα ὀρφανά σου,
νὰ λάμψει ὁλόγυρα ὁ γιαλὸς ὡς λάμπει ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ καὶ τ᾿ Ἀπριλιοῦ τὸ χιόνι
καὶ νάβγει στὰ χαλίκια ὁ κάβουρας γιὰ νὰ λιαστεῖ καὶ νὰ σταυρώσει τὶς δαγκάνες του.
III
Δῶ πέρα ὁ οὐρανὸς δὲ λιγοστεύει οὔτε στιγμὴ τὸ λάδι τοῦ ματιοῦ μας
δῶ πέρα ὁ ἥλιος παίρνει πάνω του τὸ μισὸ βάρος τῆς πέτρας ποὺ σηκώνουμε πάντα στὴ ράχη μας
σπᾶνε τὰ κεραμίδια δίχως ἂχ κάτου ἀπ᾿ τὸ γόνα τοῦ μεσημεριοῦ
οἱ ἄνθρωποι πᾶν μπροστὰ ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τους σὰν τὰ δελφίνια μπρὸς ἀπ᾿ τὰ σκιαθίτικα καΐκια
ὕστερα ὁ ἴσκιος τους γίνεται ἕνας ἀϊτὸς ποὺ βάφει τὰ φτερά του στὸ λιόγερμα
καὶ πιὸ ὕστερα κουρνιάζει στὸ κεφάλι τους καὶ συλλογιέται τ᾿ ἄστρα
ὅταν αὐτοὶ πλαγιάζουνε στὸ λιακωτὸ μὲ τὴ μαύρη σταφίδα.
Δῶ πέρα ἡ κάθε πόρτα ἔχει πελεκημένο ἕνα ὄνομα κάπου ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι ἔχει ζωγραφισμένον ἕναν ἅγιο μ᾿ ἄγρια μάτια καὶ μαλλιὰ σκοινένια
κάθε ἄντρας ἔχει στὸ ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιὰ τὴ βελονιὰ μία κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα ἔχει μία φοῦχτα ἁλατισμένο φῶς κάτου ἀπ᾿ τὴ φοῦστα της
καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν πέντε-ἕξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στὴν καρδιά τους
σὰν τὰ χνάρια ἀπ᾿ τὸ βῆμα τῶν γλάρων στὴν ἀμμουδιὰ τὸ ἀπόγευμα.
Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Τὸ ξέρουμε.
Ὅλα τὰ μονοπάτια βγάζουνε στὰ Ψηλαλώνια. O ἀγέρας εἶναι ἁψὺς κεῖ πάνου.
Ὅταν ξεφτάει ἀπόμακρα ἡ μινωικὴ τοιχογραφία τῆς δύσης
καὶ σβήνει ἡ πυρκαϊὰ στὸν ἀχερῶνα τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ἀνηφορίζουν ὡς ἐδῶ οἱ γριὲς ἀπ᾿ τὰ σκαμμένα στὸ βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στὴ Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας μὲ τὰ μάτια τὴ θάλασσα
κάθουνται καὶ μετρᾶν τ᾿ ἀστέρια ὡς νὰ μετρᾶνε τὰ προγονικὰ ἀσημένια τους κουταλοπήρουνα
κι ἀργὰ κατηφορᾶνε νὰ ταΐσουνε τὰ ἐγγόνια τους μὲ τὸ μεσολογγίτικο μπαροῦτι.
Ναί, ἀλήθεια, ὁ Ἑλκόμενος ἔχει δυὸ χέρια τόσο λυπημένα μέσα στὴ θηλειά τους
ὅμως τὸ φρύδι του σαλεύει σὰν τὸ βράχο ποὺ ὅλο πάει νὰ ξεκολλήσει πάνου ἀπ᾿ τὸ πικρό του μάτι.
Ἀπὸ βαθιὰ ἀνεβαίνει αὐτὸ τὸ κῦμα ποὺ δὲν ξέρει παρακάλια
ἀπὸ ψηλὰ κυλάει αὐτὸς ὁ ἀγέρας μὲ ρετσίνι φλέβα καὶ πλεμόνι ἀλισφακιά.
Ἄχ, θὰ φυσήξει μία νὰ πάρει σβάρνα τὶς πορτοκαλιές της θύμησης
Ἄχ, θὰ φυσήξει δυὸ νὰ βγάλει σπίθα ἡ σιδερένια πέτρα σὰν καψοῦλι
Ἄχ, θὰ φυσήξει τρεῖς καὶ θὰ τρελλάνει τὰ ἐλατόδασα στὴ Λιάκουρα
θὰ δώσει μία μὲ τὴ γροθιά του νὰ τινάξει τὴν τυράγνια στὸν ἀγέρα
καὶ θὰ τραβήξει τῆς ἀρκούδας νύχτας τὸ χαλκὰ νὰ μᾶς χορέψει τσάμικο καταμεσὶς στὴν τάπια
καὶ ντέφι τὸ φεγγάρι θὰ χτυπάει ποὺ νὰ γεμίσουν τὰ νησιώτικα μπαλκόνια
ἀγουροξυπνημένο παιδολόι καὶ σουλιώτισσες μανάδες.
Ἕνας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Μεγάλη Λαγκαδιὰ κάθε πρωινὸ
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπὸ τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτὰ τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἡ ὥρα, λέει. Νάμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.
IV
Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει,
μέσα στ᾿ ἀσάλευτα μάτια τους εἶχε πήξει ἕνα ἄστρο
στὸν ὦμο τους κουβάλαγαν τὸ λαβωμένο καλοκαῖρι.
Ἀπὸ δῶ πέρασε ὁ στρατὸς μὲ τὰ φλάμπουρα κατάσαρκα
μὲ τὸ πεῖσμα δαγκωμένο στὰ δόντια τους σὰν ἄγουρο γκόρτσι
μὲ τὸν ἄμμο τοῦ φεγγαριοῦ μὲς στὶς ἀρβύλες τους
καὶ μὲ τὴν καρβουνόσκονη τῆς νύχτας κολλημένη μέσα στὰ ρουθούνια καὶ στ᾿ αὐτιά τους.
Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο,
μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο.
Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.
Σὲ κάθε βῆμα κέρδιζαν μία ὀργιὰ οὐρανὸ - γιὰ νὰ τὸν δώσουν.
Πάνου στὰ καραούλια πέτρωναν σὰν τὰ καψαλιασμένα δέντρα,
κι ὅταν χορεῦαν στὴν πλατεῖα,
μέσα στὰ σπίτια τρέμαν τὰ ταβάνια καὶ κουδούνιζαν τὰ γυαλικὰ στὰ ράφια.
Ἄ, τί τραγούδι τράνταξε τὰ κορφοβούνια -
ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους κράταγαν τὸ σκουτέλι τοῦ φεγγαριοῦ καὶ δειπνοῦσαν,
καὶ σπάγαν τὸ ἂχ μέσα στὰ φυλλοκάρδια τους
σὰ νάσπαγαν μία ψείρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ χοντρά τους νύχια.
Ποιὸς θὰ σοῦ φέρει τώρα τὸ ζεστὸ καρβέλι μὲς στὴ νύχτα νὰ ταΐσεις τὰ ὄνειρα;
Ποιὸς θὰ σταθεῖ στὸν ἴσκιο τῆς ἐλιᾶς παρέα μὲ τὸ τζιτζίκι μὴ σωπάσει τὸ τζιτζίκι,
τώρα ποὺ ἀσβέστης τοῦ μεσημεριοῦ βάφει τὴ μάντρα ὁλόγυρα τοῦ ὁρίζοντα
σβήνοντας τὰ μεγάλα ἀντρίκια ὀνόματά τους;
Τὸ χῶμα τοῦτο ποὺ μοσκοβολοῦσε τὰ χαράματα
τὸ χῶμα ποὺ εἴτανε δικό τους καὶ δικό μας - αἷμα τους - πὼς μύριζε τὸ χῶμα -
καὶ τώρα πὼς κλειδώσανε τὴν πόρτα τους τ᾿ ἀμπέλια μας
πῶς λίγνεψε τὸ φῶς στὶς στέγες καὶ στὰ δέντρα
ποιὸς νὰ τὸ πεῖ πὼς βρίσκονται οἱ μισοὶ κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα
κ᾿ οἱ ἄλλοι μισοὶ στὰ σίδερα;
Μὲ τόσα φύλλα νὰ σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα.
Σώπα, ὅπου νἄναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες.
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.
Κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ - περμένουνε τὴν ὥρα, δὲν κοιμοῦνται,
περμένουν νὰ σημάνουν τὴν ἀνάσταση. Τοῦτο τὸ χῶμα
εἶναι δικό τους καὶ δικό μας - δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.
V
Κάτσανε κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο
κοσκινίζοντας τὸ σταχτὶ φῶς μὲ τὰ χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τὶς μπαλάσκες τους καὶ λογαριᾶζαν πόσος μόχτος χώρεσε στὸ μονοπάτι τῆς νύχτας
πόση πίκρα στὸν κόμπο τῆς ἀγριομολόχας
πόσο κουράγιο μὲς στὰ μάτια τοῦ ξυπόλυτου παιδιοῦ ποὺ κράταε τὴ σημαία.
Εἶχε ἀπομείνει πάρωρα στὸν κάμπο τὸ στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στὸν ἀέρα σὰ μία μαύρη λουρίδα στὸ μανίκι τοῦ φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔμενε. Μονάχα κάπνιζαν ἀκόμα τὰ καμένα σπίτια.
Οἱ ἄλλοι μας ἄφησαν ἀπὸ καιρὸ κάτου ἀπ᾿ τὶς πέτρες
μὲ τὸ σκισμένο τους πουκάμισο καὶ μὲ τὸν ὅρκο τους γραμμένο στὴν πεσμένη πόρτα.
Δὲν ἔκλαψε κανείς. Δὲν εἴχαμε καιρό. Μόνο ποὺ ἡ σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ εἴταν τὸ φῶς συγυρισμένο κάτου στὸ γιαλὸ σὰν τὸ νοικοκυριὸ τῆς σκοτωμένης.
Τί θὰ γίνουν τώρα ὅταν θάρθει ἡ βροχὴ μὲς στὸ χῶμα μὲ τὰ σάπια πλατανόφυλλα
τί θὰ γίνουν ὅταν ὁ ἥλιος στεγνώσει στὸ χράμι τῆς συγνεφιᾶς σᾶ σπασμένος κοριὸς στὸ χωριάτικο κρεββάτι
ὅταν σταθεῖ στὴν καμινάδα τοῦ ἀπόβραδου μπαλσαμωμένο τὸ λελέκι τοῦ χιονιοῦ;
Ρίχνουνε ἁλάτι οἱ γριὲς μανάδες στὴ φωτιά, ρίχνουνε χῶμα στὰ μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ ἀμπέλια τῆς Μονοβασιᾶς μὴ καὶ γλυκάνει μαύρη ρώγα τῶν ἐχτρῶν τὸ στόμα,
βάλαν σ᾿ ἕνα σακκούλι τῶν παππούδων τους τὰ κόκκαλα μαζὶ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα
καὶ τριγυρνᾶνε ἔξω ἀπ᾿ τὰ τείχη τῆς πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο νὰ ριζώσουνε στὴ νύχτα.
Θάναι δύσκολο τώρα νὰ βροῦμε μία γλῶσσα πιὸ τῆς κερασιᾶς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τὰ χέρια ἐκεῖνα ποὺ ἀπομεῖναν στὰ χωράφια ἢ ἀπάνου στὰ βουνὰ ἢ κάτου ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, δὲν ξεχνᾶνε -
θάναι δύσκολο νὰ ξεχάσουμε τὰ χέρια τους
θάναι δύσκολο τὰ χέρια πούβγαλαν κάλους στὴ σκανδάλη νὰ ρωτήσουν μία μαργαρίτα
νὰ ποῦν εὐχαριστῶ πάνου στὸ γόνατό τους, πάνου στὸ βιβλίο ἢ μὲς στὸ μποῦστο τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Θὰ χρειαστεῖ καιρός. Καὶ πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ὥσπου νὰ βροῦν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ δίκιο τους.
Δυὸ κουπιὰ καρφωμένα στὸν ἄμμο τὰ χαράματα μὲ τὴ φουρτοῦνα. Πούναι ἡ βάρκα;
Ἕνα ἀλέτρι μπηγμένο στὸ χῶμα, κι ὁ ἀγέρας νὰ φυσάει. Καμένο τὸ χῶμα. Πούναι ὁ ζευγολάτης;
Στάχτη ἡ ἐλιά, τ᾿ ἀμπέλι καὶ τὸ σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη μὲ τ᾿ ἀστέρια της μὲς στὸ τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ καὶ ρίγανη στὸ μεσοντούλαπο τοῦ τοίχου. Δὲν τ᾿ ἄγγιξε ἡ φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στὸ τζάκι - καὶ νὰ κοχλάζει μόνο τὸ νερὸ στὸ κλειδωμένο σπίτι. Δὲν πρόφτασαν νὰ φᾶνε.
Ἀπάνω στὸ καμένο τους πορτόφυλλο οἱ φλέβες τοῦ δάσους - τρέχει τὸ αἷμα μὲς στὶς φλέβες.
Καὶ νὰ τὸ βῆμα γνώριμο. Ποιὸς εἶναι;
Γνώριμο βῆμα μὲ τὶς πρόκες στὸν ἀνήφορο.
Τὸ σύρσιμο τῆς ρίζας μὲς στὴν πέτρα. Κάποιος ἔρχεται.
Τὸ σύνθημα, τὸ παρασύνθημα. Ἀδελφός. Καλησπέρα.
Θὰ βρεῖ λοιπὸν τὸ φῶς τὰ δέντρα του, θὰ βρεῖ μία μέρα καὶ τὸ δέντρο τὸν καρπό του.
Τοῦ σκοτωμένου τὸ παγοῦρι ἔχει νερὸ καὶ φῶς ἀκόμα.
Καλησπέρα, ἀδερφέ μου. Τὸ ξέρεις. Καλησπέρα.
Στὴν ξύλινη παράγκα τῆς πουλάει μπαχαρικὰ καὶ ντεμισέδες ἡ γριὰ δύση.
Κανεὶς δὲν ἀγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πιὰ νὰ χαμηλώσουν.
Δύσκολο καὶ νὰ ποῦν τὸ μπόι τους.
Μέσα στ᾿ ἁλῶνι ὅπου δειπνῆσαν μία νυχτιὰ τὰ παλληκάρια
μένουνε τὰ λιοκούκουτσα καὶ τὸ αἷμα τὸ ξερό του φεγγαριοῦ
κι ὁ δεκαπεντασύλλαβος ἀπ᾿ τ᾿ ἅρματά τους.
Τὴν ἄλλη μέρα τὰ σπουργίτια φάγανε τὰ ψίχουλα τῆς κουραμάνας τους,
τὰ παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια μὲ τὰ σπίρτα τους ποὺ ἀνάψαν τὰ τσιγάρα τους καὶ τ᾿ ἀγκάθια τῶν ἄστρων.
Κ᾿ ἡ πέτρα ὅπου καθῆσαν κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο ἀντικρὺ στὴ θάλασσα
αὔριο θὰ γίνει ἀσβέστης στὸ καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ἀσβεστώσουμε τὰ σπίτια μας καὶ τὸ πεζοῦλι τῆς Ἁγιὰ-Σωτῆρας
ἀντιμεθαύριο θὰ φυτέψουμε τὸ σπόρο ἐκεῖ ποὺ ἀποκοιμήθηκαν
κ᾿ ἕνα μπουμποῦκι τῆς ροδιᾶς θὰ σκάσει πρῶτο γέλιο τοῦ μωροῦ στὸν κόρφο τῆς λιακάδας.
Κ᾿ ὕστερα πιὰ θὰ κάτσουμε στὴν πέτρα νὰ διαβάσουμε ὅλη τὴν καρδιά τους
σὰ νὰ διαβάζουμε πρώτη φορὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.
VI
Ἔτσι μὲ τὸν ἥλιο κατάστηθα στὸ πέλαγο ποὺ ἀσβεστώνει τὴν ἀντικρυνὴ πλαγιὰ τῆς μέρας
λογαριάζεται διπλὰ καὶ τρίδιπλα τὸ μαντάλωμα καὶ τὸ βάσανο τῆς δίψας
λογαριάζεται ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ ἡ παλιὰ λαβωματιὰ
κ᾿ ἡ καρδιὰ ξεροψήνεται στὴν κάψα σὰν τὰ βατικιώτικα κρεμμύδια μπρὸς στὶς πόρτες.
Ὅσο πᾶνε τὰ χέρια τους μοιάζουνε πιότερο τὸ χῶμα
ὅσο πᾶνε τὰ μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τὸν οὐρανό.
Ἀδείασε τὸ κιοῦπι μὲ τὸ λάδι. Λίγη μοῦργα στὸν πάτο. Κι ὁ ψόφιος ποντικός.
Ἀδείασε τὸ κουράγιο τῆς μάνας μαζὶ μὲ τὸ πήλινο κανάτι καὶ τὴ στέρνα.
Στυφίζουν τὰ οὖλα της ἐρμιᾶς ἀπ᾿ τὸ μπαροῦτι.
Ποῦ λάδι τώρα πιὰ γιὰ τὸ καντῆλι τῆς Ἁγιὰ-Βαρβάρας
ποῦ δυόσμος πιὰ νὰ λιβανίσει τὸ μαλαματένιο κόνισμα τοῦ δειλινοῦ
ποῦ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ τὴ βραδιά-ζητιάνα νὰ σοῦ παίξει τὴν ἀστρομαντινάδα της στὴ λύρα.
Στὸ πάνου κάστρο τοῦ νησιοῦ στοιχειῶσαν οἱ φραγκοσυκιὲς καὶ τὰ σπερδούκλια.
Τὸ χῶμα ἀνασκαμμένο ἀπὸ τὸ κανονίδι καὶ τοὺς τάφους.
Τὸ γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο μὲ οὐρανό. Δὲν ἔχει πιὰ καθόλου τόπο
γιὰ ἄλλους νεκρούς. Δὲν ἔχει τόπο ἡ λύπη νὰ σταθεῖ νὰ πλέξει τὰ μαλλιά της.
Σπίτια καμένα ποὺ ἀγναντεύουν μὲ βγαλμένα μάτια τὸ μαρμαρωμένο πέλαγο
κ᾿ οἱ σφαῖρες σφηνωμένες στὰ τειχιὰ
σὰν τὰ μαχαίρια στὰ παΐδια τοῦ Ἅγιου ποὺ τὸν δέσανε στὸ κυπαρίσσι.
Ὅλη τὴ μέρα οἱ σκοτωμένοι λιάζονται ἀνάσκελα στὸν ἥλιο.
Καὶ μόνο σὰ βραδιάζει οἱ στρατιῶτες σέρνονται μὲ τὴν κοιλιὰ στὶς καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν μὲ τὰ ρουθούνια τὸν ἀγέρα ἔξω ἀπ᾿ τὸ θάνατο
ψάχνουνε τὰ παπούτσια τοῦ φεγγαριοῦ μασουλώντας ἕνα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπᾶν μὲ τὴ γροθιὰ τὸ βράχο μήπως τρέξει ὁ κόμπος τοῦ νεροῦ
μὰ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ τοῖχος εἶναι κούφιος
καὶ ξανακοῦν τὸ χτύπημα μὲ τοὺς πολλοὺς γύρους ποὺ κάνει ἡ ὀβίδα πέφτοντας στὴ θάλασσα
κι ἀκοῦν ἀκόμα μία φορὰ τὸ σκούξιμο τῶν λαβωμένων μπρὸς στὴν πύλη.
Ποῦ νὰ τραβήξεις; Σὲ φωνάζει ὁ ἀδερφός σου.
Χτισμένη ἡ νύχτα ὁλόγυρα ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους ξένων καραβιῶν.
Κλεισμένοι οἱ δρόμοι ἀπ᾿ τὰ ντουβάρια.
Μόνο γιὰ τὰ ψηλὰ εἶναι ἀκόμα δρόμος.
Κι αὐτοὶ μουντζώνουν τὰ καράβια καὶ δαγκώνουνε τὴ γλῶσσα τους
ν᾿ ἀκούσουνε τὸν πόνο τους ποὺ δὲν ἔγινε κόκκαλο.
Ἀπάνω στὰ μεντένια οἱ σκοτωμένοι καπετάνιοι ὀρθοὶ φρουροῦν τὸ κάστρο.
Κάτου ἀπ᾿ τὰ ροῦχα τους λυώνουν τὰ κρέατά τους. Ἐι, ἀδέρφι, δὲν ἀπόστασες;
Μπουμπούκιασε τὸ βόλι μέσα στὴν καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στὴ μασκάλη τοῦ ξερόβραχου,
ἀνάσα-ἀνάσα ἡ μοσκοβόλια λέει τὸ παραμύθι - δὲ θυμᾶσαι;
δοντιὰ-δοντιὰ ἡ λαβωματιά σου λέει τὴ ζωή,
τὸ χαμομῆλι φυτρωμένο μὲς στὴ λίγδα τοῦ νυχιοῦ σου στὸ μεγάλο δάχτυλο τοῦ ποδαριοῦ
σοὺ λέει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου.
Πιάνεις τὸ χέρι. Εἶναι δικό σου. Νοτισμένο ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα.
Δικιά σου ἡ θάλασσα. Σὰν ξερριζώνεις τρίχα ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τῆς σιωπῆς
στάζει πικρὸ τὸ γάλα τῆς συκιᾶς. Ὅπου καὶ νᾶσαι ὁ οὐρανὸς σὲ βλέπει.
Στρίβει στὰ δάχτυλά του ὁ ἀποσπερίτης τὴν ψυχή σου σὰν τσιγάρο
ἔτσι νὰ τὴ φουμάρεις τὴν ψυχή σου ἀνάσκελα
βρέχοντας τὸ ζερβί σου χέρι μὲς στὴν ξαστεριὰ
καὶ στὸ δεξί σου κολλημένο τὸ ντουφέκι-ἀρραβωνιαστικιά σου
νὰ θυμηθεῖς πὼς ὁ οὐρανὸς ποτέ του δὲ σὲ ξέχασε
ὅταν θὰ βγάζεις ἀπ᾿ τὴ μέσα τσέπη τὸ παλιό του γράμμα
καὶ ξεδιπλώνοντας μὲ δάχτυλα καμένα τὸ φεγγάρι θὰ διαβάζεις λεβεντιὰ καὶ δόξα.
Ὕστερα θ᾿ ἀνεβεῖς στὸ ψηλὸ καραοῦλι τοῦ νησιοῦ σου
καὶ βάζοντας καψοῦλι τὸ ἄστρο θὰ τραβήξεις μία στὸν ἀέρα
πάνου ἀπὸ τὰ τειχιὰ καὶ τὰ κατάρτια
πάνου ἀπὸ τὰ βουνὰ ποὺ σκύβουν σὰ φαντάροι πληγωμένοι
ἔτσι μόνο καὶ μόνο νὰ χουγιάξεις τὰ στοιχειὰ καὶ νὰ τρυπώσουν στὴν κουβέρτα τοῦ ἴσκιου -
θὰ ρίξεις μίαν ἴσα στὸν κόρφο τ᾿ οὐρανοῦ νὰ βρεῖς τὸ γαλανὸ σημάδι
σάμπως νὰ βρίσκεις πάνου ἀπ᾿ τὸ πουκάμισο τὴ ρώγα τῆς γυναίκας ποὺ αὔριο θὰ βυζαίνει τὸ παιδί σου
σάμπως νὰ βρίσκεις ὕστερ᾿ ἀπὸ χρόνια τὸ χεροῦλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ σου.
VII
Τὸ σπίτι, ὁ δρόμος, ἡ φραγκοσυκιά, τὰ φλούδια τοῦ ἥλιου στὴν αὐλὴ ποὺ τὰ τσιμπολογᾶν οἱ κόττες.
Τὰ ξέρουμε, μᾶς ξέρουνε. Δῶ χάμου ἀνάμεσα στὰ βάτα
ἔχει ἡ δεντρογαλιὰ παρατημένο τὸ κίτρινο πουκάμισό της.
Δῶ χάμου εἶναι ἡ καλύβα τοῦ μερμηγκιοῦ κι ὁ πύργος τῆς σφήγκας μὲ τὶς πολλὲς πολεμίστρες,
στὴν ἴδια ἐλιὰ τὸ τσόφλι τοῦ περσινοῦ τζίτζικα κ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ φετεινοῦ τζίτζικα,
στὰ σκοῖνα ὁ ἴσκιος σου ποὺ σὲ παίρνει ἀπὸ πίσω σὰ σκυλὶ ἀμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ - τὰ μεσημέρια κάθεται δίπλα στὸ χωματένιον ὕπνο σου μυρίζοντας τὶς πικροδάφνες
τὰ βράδια κουλουριάζεται στὰ πόδια σου κοιτάζοντας ἕνα ἄστρο.
Εἶναι μία σιγαλιὰ ἀπὸ ἀχλάδια ποὺ μεγαλώνουνε στὰ σκέλια τοῦ καλοκαιριοῦ
μία νύστα ἀπὸ νερὸ ποὺ χαζεύει στὶς ρίζες τῆς χαρουπιᾶς -
ἡ ἄνοιξη ἔχει τρία ὀρφανὰ κοιμισμένα στὴν ποδιά της
ἕναν ἀϊτὸ μισοπεθαμένο στὰ μάτια της
καὶ κεῖ ψηλὰ πίσω ἀπὸ τὸ πευκόδασο
στεγνώνει τὸ ξωκκλήσι τοῦ Ἅη-Γιαννιοῦ τοῦ Νηστευτῆ
σὰν ἄσπρη κουτσουλιὰ τοῦ σπουργιτιοῦ σ᾿ ἕνα πλατὺ φύλλο μουριᾶς ποὺ τὴν ξεραίνει ἡ κάψα.
Ἐτοῦτος ὁ τσοπάνος τυλιγμένος τὴν προβιά του
ἔχει σὲ κάθε τρίχα τοῦ κορμιοῦ ἕνα στεγνὸ ποτάμι
ἔχει ἕνα δάσος βελανιδιὲς σὲ κάθε τρῦπα τῆς φλογέρας του
καὶ τὸ ραβδί του ἔχει τοὺς ἴδιους ρόζους μὲ τὸ κουπὶ ποὺ πρωτοχτύπησε τὸ γαλάζιο του Ἑλλήσποντου.
Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Ἡ φλέβα τοῦ πλάτανου
ἔχει τὸ αἷμα σου. Καὶ τὸ σπερδοῦκλι τοῦ νησιοῦ κ᾿ ἡ κάπαρη.
Τὸ ἀμίλητο πηγάδι ἀνεβάζει στὸ καταμεσήμερο
μία στρογγυλὴ φωνὴ ἀπὸ μαῦρο γυαλὶ κι ἀπὸ ἄσπρο ἄνεμο
στρογγυλὴ σὰν τὰ παλιὰ πιθάρια - ἡ ἴδια πανάρχαιη φωνή.
Κάθε νύχτα τὸ φεγγάρι ἀναποδογυρίζει τοὺς σκοτωμένους
ψάχνει τὰ πρόσωπά τους μὲ παγωμένα δάχτυλα νὰ βρεῖ τὸ γιό του
ἀπ᾿ τὴν κοψιὰ τοῦ σαγονιοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τὶς τσέπες τους. Πάντα κάτι θὰ βρεῖ. Κάτι βρίσκουμε.
Ἕνα κλειδί, ἕνα γράμμα, ἕνα ρολόι σταματημένο στὶς ἑφτά. Κουρντίζουμε πάλι τὸ ρολόι. Περπατᾶνε οἱ ὧρες.
Ὅταν μεθαύριο λυώσουνε τὰ ροῦχα τους καὶ μείνουνε γυμνοὶ ἀνάμεσα στὰ στρατιωτικὰ κουμπιά τους
ἔτσι ποὺ μένουν τὰ κομμάτια τ᾿ οὐρανοῦ ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ καλοκαιριάτικα ἄστρα
τότε μπορεῖ νὰ βροῦμε τ᾿ ὄνομά τους καὶ μπορεῖ νὰ τὸ φωνάξουμε: ἀγαπῶ.
Τότε. Μὰ πάλι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ μακρινά.
Εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ κοντινά, σὰν ὅταν πιάνεις στὸ σκοτάδι ἕνα χέρι καὶ λὲς καλησπέρα
μὲ τὴν πικρὴ καλογνωμιὰ τοῦ ξενητεμένου ὅταν γυρνάει στὸ πατρικό του
καὶ δὲν τὸν γνωρίζουνε μήτε οἱ δικοί του, γιατὶ αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸ θάνατο
κ᾿ ἔχει γνωρίσει τὴ ζωὴ πρὶν ἀπ᾿ τὴ ζωὴ καὶ πάνου ἀπὸ τὸ θάνατο
καὶ τοὺς γνωρίζει. Δὲν πικραίνεται. Αὔριο, λέει. Κ᾿ εἶναι σίγουρος
πῶς ὁ δρόμος ὁ πιὸ μακρινὸς εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς στὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ φεγγάρι τὸν φιλάει στὸ λαιμὸ μὲ κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τὴ στάχτη τοῦ τσιγάρου του ἀπ᾿ τὰ κάγκελα τοῦ μπαλκονιοῦ, μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριά του
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῶν δέντρων καὶ τῶν ἄστρων καὶ τῶν ἀδελφῶν.

Για να ξανάβρεις των προσδοκιών και των ονείρων σου, τα μύρια... δίκια! Ξύπνα... επιτέλους!

Η ιαχή του ποιητή: «Ξύπνα... περήφανε λαέ!»
Κοινή διαπίστωση όλων μας είναι ότι, σαν χώρα, περνάμε μια βαθιά οικονομική κρίση, με αβέβαιη τη δυνατότητα να την ξεπεράσουμε, τουλάχιστον σύντομα. Σ’ αυτή την κατάσταση μας έφτασαν, με τα σφάλματά τους στη διαχείριση του δημόσιου βίου, όλες οι κυβερνήσεις που είχαν στα χέρια τους την τύχη της Πατρίδας από το 1980 έως σήμερα. Τα λάθη τους αμέτρητα, ο τρόπος διαχείρισης του κράτους απερίγραπτος, πάντοτε προς το συμφέρον των εκάστοτε διοικούντων και των συν αυτών. Χωρίς όραμα, χωρίς πυξίδα και προοπτικές φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Η σημερινή κυβέρνηση παρ’ όλη την ανοχή που της παρέχεται, φαίνεται πως αδυνατεί και τους φοροφυγάδες να εντοπίσει και τους φοροκλέπτες να συλλάβει. Αντί δε να αρχίσει περικοπές μισθών και επιδομάτων από τους υψηλόμισθους εφαρμόζει οριζόντιο κόψιμο μισθών, μεροκάματων και συντάξεων με αποτέλεσμα οι υψηλόμισθοι να παραμένουν έχοντες και κατέχοντες, οι δε δεινοπαθούντες... μικροσυντήρητοι οικονομικά να βρίσκονται σε τρομερή απόγνωση! Έτσι σήμερα εξακολουθούν να μας είναι «απαραίτητοι» και οι 300 βουλευτάδες... με τις μεγάλες απολαβές, φοροαπαλλαγές και με κάθε άλλου είδους προνόμια! Εξακολουθούν να υπάρχουν αμειβόμενοι που για αυτούς ο χρόνος έχει 16 μήνες και πλέον με μεγάλο αριθμό επιδομάτων που η αιτιολόγησή τους προκαλεί αγανάκτηση σε όλους μας. Έτσι και σήμερα εξακολουθούν πολλοί που ανήκουν σε οργανισμούς και αμαρτωλές ΔΕΚΟ να απολαμβάνουν μισθούς πάνω από 90 και 120 χιλιάδες το χρόνο. Έτσι και σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν οι πολυθεσίτες και οι συμμετέχοντες σε πληθώρα επιτροπών και παραεπιτροπών που συστήθηκαν όλες αυτές μόνο και μόνο για να βολεύονται οι ημέτεροι. Και απομένει, το πλήθος των «θυμάτων... ή αλλιώς υποζυγίων»... που αγωνίζεται για να τα βγάλει πέρα, που όλη του η καθημερινή προσπάθεια είναι πώς να τα υπολογίσει όλα αυτά σωστά, πώς να τα ζυγίσει με ακρίβεια για να μπορέσει στο τέλος του μήνα να έχει μηδενικό ισολογισμό. Και προσεύχεται για την υγεία του και παρακαλεί το Θεό να μην του τύχει κάτι δυσάρεστο.
Καθημερινό άγχος, ανασφάλεια κι αβεβαιότητα για όλους τους προαναφερόμενους αυτούς κλάδους εργαζομένων / συνταξιούχων. Η οικονομική όμως κατάσταση της χώρας ολοένα επιδεινώνεται.
Τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα και θεωρείται αναγκαία η λήψη νέων μέτρων, πιο επώδυνων. Και επειδή φοβούμεθα πώς για μια ακόμη φορά η Πολιτεία δεν θα τολμήσει ούτε το μεγάλο κεφάλαιο να θίξει, ούτε τους μεγαλοσυνδικαλιστές των ΔΕΚΟ να στεναχωρήσει, θα ξανακτυπήσει και πάλι τα αδύνατα «υποζύγια»: τους μισθωτούς, συνταξιούχους και νοικοκυριά, καθώς και μικρομεσαίους ελευθερο – επαγγελματίες. Γι’ αυτή τη σημερινή χαώδη κατάσταση όλων των επιπέδων και η συμβολή και παρέμβαση του «Ποιητή» είναι επιτακτική κι αναγκαία. Βλέποντας καθημερινά τη χειροτέρευση των πραγμάτων – κυρίως των οικονομικών – δεν αδρανεί ούτε στιγμή και με γλαφυρό τρόπο και βαθιά συναίσθηση ευθύνης απευθύνεται στην κοινωνία και το λαό λέγοντας: «Ξύπνα περήφανε λαέ...» όπου και ο τίτλος των καυστικών του στίχων που θ’ ακολουθήσουν αμέσως.
Μιλούν για διαφάνεια, για κάθαρση, για αλήθεια... και στην πραγματικότητα άλλες τους οι προθέσεις, εκεί που στέφουν το λαό κυρίαρχο και ηγέτη... αμέσως τον ποδοπατούν, σαν τον μικρό λαγό...
Μας τρέφουν μ’ αισιόδοξα μηνύματα και λόγια, μας ντύνουν με πολύχρωμα χαμόγελα δικά τους όλα προς δόξα! του λαού του δήθεν «κυβερνήτη», όμως στο βάθος γίνονται «κόμπρες» να τον δαγκώσουν...
Ξύπνα λαέ..., τα φίδια τους! στα λαίμια σου ζωσμένα... Πάρ’ το δρεπάνι της τιμής και δόλιους να θερίσεις, να καταδείξεις σάτυρους κάθε λογής προδότες... μη κάθεσαι στ’ απόσκια τους και τους ακούς σα χάνος...
Ξύπνα λαέ..., περήφανε κι όλους τους μάγους διώξε πάνω απ’ το κεφάλι σου που κατοικούν με βία... Άφρονες και ατιμώρητους... σειρά σου να σταυρώσεις! Τότε μονάχα «Ανάσταση» θα ιδείς μές στη ζωή σου.
Ξύπνα..., προτού θα είν’ αργά κι απέβαλε με πάθος τον άχαρο κομματισμό, που ήταν πληγή κι αιτία για να βρεθείς μές στο γκρεμό... μ’ ανέχεια κι αδικία! Μπορείς λαέ ελληνικέ απ’ αδιέξοδα να βγείς και «τούνελ σκοτεινά», αρκεί μονάχα να πιστέψεις στις δυνάμεις σου...
Κι όταν αυτό ποτέ συμβεί!, σαν τα μυρμήγκια θα χαθούν... όλοι οι πολιτικάντηδες! Κι εσύ, στ’ αλήθεια τότε, θάσαι ο Άξιος ηγέτης! του Εαυτού σου... Ξύπνα περήφανε λαέ..., για να ξανάβρεις τη χαμένη σου ταυτότητα!
Για να ξανάβρεις των προσδοκιών και των ονείρων σου, τα μύρια... δίκια! Ξύπνα... επιτέλους!
Ήρθε... η ώρα πλέον, να βάλεις σε λειτουργία το δικό σου του μυαλού σου... ξυπνητήρι!

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Μέτρα χειρότερα από αυτά που θα επιβάλλονταν από το ΔΝΤ αποφάσισε η Κυβέρνηση. Με τα μέτρα η χώρα μετατρέπεται σε επαρχία των Βρυξελλών και οδηγείται -χωρίς επιστροφή- σε οικονομικό κραχ τύπου Αργεντινής.Παύση πληρωμών τώρα και απαίτηση των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεωνΑποδέσμευση από το ευρώ, την ΟΝΕ και τις εντολές των Διευθυντηρίου της Ε. Ένωσης
Η Αριστερά και ο συνεπής σοσιαλιστικός χώρος οφείλουν ένα νέο ΕΑΜ για την ανατροπή της οικονομικής κατάρρευσης και της νέας κατοχής.
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΔΗΚΚΙ
http://rokar-rokar.blogspot.com/2010/03/blog-post_1967.html

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Μας πουλάει στους Αμερικανοεβραίους...!

Ξεπουληθήκαμε!
Αυτό ήταν!

Η Ελλάδα δείχνει να υποθηκεύεται, έστω και προσωρινά, σε ένα διεθνή χρηματοοικονομικό οίκο, έναν κερδοσκοπικό κολοσσό, τον πυλώνα του εν ΗΠΑ εβραϊκού λόμπι, την επενδυτική εταιρεία Goldman Sachs (η οποία παρεμπιπτόντως, ανακοίνωσε πολύ πρόσφατα πως προχωρά στη δημιουργία του μεγαλύτερου fund που δραστηριοποιήθηκε ποτέ στη δευτερογενή αγορά, έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει κεφάλαια ύψους 5,5 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με την εφημερίδα «Αξία»).Έργο ΠΑΣΟΚ το deal!!! Και τι συμφωνία: ωραία οικία, παραθαλάσσια, με απίθανη θέα στην ΝΑ Μεσόγειο, καταπληκτικό κλίμα, φοβερή χλωρίδα και πανίδα. Αυτό θα μπορούσε να γράφει η αγγελία... Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή ή μάλλον από τη μέση, γιατί λίγοι ξέρουν που είναι πραγματικά η αρχή! Κάπου στα κιτάπια του θαυμαστή του αστοιχείωτου Ομπάμα, πρωθυπουργού μας. Πάντως, τον πήραν χαμπάρι: «Ο Γ. Παπανδρέου πουλάει το χρέος στην Goldman Sachs», ήταν ο τίτλος στο σχετικό και διαφωτιστικό ρεπορτάζ του Νίκου Γεωργιάδη, στην εφημερίδα «VETO», στις 22 Νοεμβρίου. Κι όλα αυτά την ώρα που η προαναφερόμενη επενδυτική εταιρεία, δέχεται επιθέσεις κατά κύματα από τον αμερικανικό Τύπο με τίτλους όπως «Americans Getting Raped by Goldman Sachs Mafia» (οι Αμερικανοί βιάζονται από τη μαφία της Goldman Sachs), ενώ κορυφαία της στελέχη, όπως ο CEO (δηλαδή ο διοικών) Lloyd Blankfein, απολογούνται δημόσια για τις συμπεριφορές τους και για σοβαρά «λάθη». GAP και απανωτά ραντεβού με Goldman Sachs. Πολλά ομολογουμένως τα σούρτα-φέρτα των ανθρώπων της Goldman Sachs στην Αθήνα, εκ των υπευθύνων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μυρίστηκαν ψαχνό και τους τρέχουν τα σάλια... Για να καταλάβετε ποια είναι η προαναφερόμενη εταιρεία: «η Goldman Shacks πραγματοποιεί στη Wall Street για λογαριασμό της (own account), όσο τζίρο κάνουν οι επόμενοι 14 μεγαλύτεροι "παίκτες" μαζί, όπως οι Citi, JP Morgan, UBS, Credit Suisse, Merrill, Barclays, Deutsche Bank, BNP Paribas και πάει λέγοντας» (από την «Αξία» και πάλι). Τι γυρεύει λοιπόν η αλεπού στο παζάρι; Σημειωτέον ότι εδώ καταλάβαμε για πρώτη φορά γιατί η Ελλάδα τήρησε την κατάπτυστη και ανήθικη στάση που τήρησε, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στη διάρκεια της ψηφοφορίας για την έκθεση του Νοτιοαφρικανού δικαστή Γκόλντουιν, για τα εγκλήματα στη Γάζα. Αρχίσανε οι παραχωρήσεις... Παρακάτω: πάντα, αποδέκτης των «περίεργων» επισκέψεων, ο Γιώργος Παπανδρέου (ή GAP). Από τον Μάρτιο του 2009, όταν και συναντήθηκε για πρώτη φορά στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ με στελέχη της Goldman Sachs, μέχρι το πρόσφατο δείπνο στο Πεντελικό, παρουσία των υπουργών Γιώργου Παπακωνσταντίνου, Λούκα Κατσέλη και Δημήτρη Δρούτσα (εκ των συντακτών του Σχεδίου Ανάν, για να μην ξεχνιόμαστε...) και τους κ. Cohn, πρόεδρο και επιχειρησιακό διευθυντή της εταιρείας, Jim O' Neill και τον αντιπρόσωπο της εταιρείας στην Αθήνα κ. Ηλιάδη. Εκλεκτή η ομήγυρης και αρκούντως κοσμοπολίτικη.Υπήρχε, λοιπόν, σχέδιο εξαρχής. «Λεφτά υπάρχουν», έλεγε με σιγουριά ο GAP από τα μπαλκόνια και τις προεκλογικές εξέδρες. Κάποιοι τα συζητούσαν αυτά από τότε... «Έχουμε σχέδιο», έλεγαν. Όντως είχαν! Και είχαν δώσει τα χέρια, είχαν δεσμευτεί! Σχέδιο εκποίησης της χώρας και συνολική ιδιωτικοποίησή της! Λίγες σκέψεις για το ξεπούλημα. Δεν θα μπούμε στην οικονομική ουσία, καθώς δεν είμαστε ειδικοί. Απλά λόγια: η διαχείριση της οικονομίας μας, όπως όλα δείχνουν θα περάσει, προσωρινά έστω, στα χέρια του αμερικανοεβραϊκού κεφαλαίου, ελέω ΠΑΣΟΚ, ενώ η διαδρομή στο βάθος δείχνει κάπου προς την Κίνα! Οι πληροφορίες λένε για μεγάλο deal, με τον GAP ολίγον (δηλαδή πάρα πολύ) στριμωγμένο... Goldman Sachs πάει για μεγάλη μπάζα, κοινώς προμήθεια, εις βάρος των Ελλήνων φορολογουμένων! Τρελά πράγματα! Διεθνιστική κεφαλαιοκρατική διαχείριση, συνολική οικονομική και πολιτική αποσταθεροποίηση όμως της χώρας μας. Έχουμε πάντως μετακινηθεί από την κατηγορία των ανεπτυγμένων κρατών, σε αυτή των αναπτυσσόμενων. Κοιτάξτε στη Λατινική Αμερική... Γιατί μόνο σε αυτές έχει συμβεί κάτι ανάλογο. Και φανταστείτε ότι είμαστε χώρα της ΕΕ και μέσα στη ζώνη του ευρώ! Ποιες όμως θα είναι οι επιπτώσεις; Μα φυσικά, μεγάλες «εκπτώσεις» στα εθνικά μας θέματα. «Με τόσα προβλήματα, αφήστε κατά μέρος τους τσαμπουκάδες και βρείτε τα με τους γείτονές σας», είναι το μήνυμα της Νέας Τάξης... Από "ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΚΟΣΜΟ".

Αναρτήθηκε από ..(Λ).. ΠΥΛΗ ΙΑΣΩΝΟΣ http://www.schizas.com/site3/

ΣΧΟΛΙΑ
Ένα ανύπαρκτο τότε κράτος πήρε του κόσμου τις αποζημιώσεις για τα εγκλήματα των γερμανών στο Β΄ Πα Πο . Ενώ ένα υπαρκτό και το πλέον ηρωικό κατά κοινή ομολογία των πάντων περιμένει να πάει κάποιος πραγματικός Έλληνας στο ταμείο των γερμανών .

Κάθε χρόνο το τεράστιο αυτό ποσό που θα έλυνε όλα τα προβλήματα του τόπου μας είναι στον γερμανικό προϋπολογισμό!!!.

ΠΡΟΕΧΕΙ ΟΜΩΣ Η ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΔΟΥΛΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΊΑΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΑΛΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ.

Ας πάμε πάλι να δουλέψουμε μετανάστες όπως τόσες δεκαετίες σαν να μη πω τι, με τις τοιούτες κυβερνήσεις που ανεχόμαστε.

* Φέτος όπως και πέρυσι το Φθινόπωρο γερμανοί αντιφασίστες από κόμμα του γερμανικού κοινοβουλίου μαζί με πολλούς νεολαίους τους συμμετείχαν σε εκδηλώσεις που έκανε το Εθνικό Συμβούλιο για την αποκατάσταση αυτής της αδικίας που πρόεδρος είναι ο Μανόλης ο Γλέζος και γραμματέας ο Βαγγέλης Μαχαίρας

ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Αθήνα 29-7-2009
ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΩΝ 20 ΧΡΟΝΩΝ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ Η ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΕ ΠΡΟΩΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΥΦΛΗΣ ΠΟΛΩΣΗΣ
Εικόνα κατάρρευσης παρουσιάζουν τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας το πρώτο εξάμηνο του 2009. Το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 17,5 δισ.€, δηλαδή 7,2% του ΑΕΠ, έναντι 3,3% του ΑΕΠ το πρώτο εξάμηνο του 2008. Εξ άλλου μέσα στους πρώτους επτά μήνες του 2009 το Δημόσιο έχει δανειστεί το ποσό-ρεκόρ των 57 δισ.€ για να πληρώσει τόκους και χρεολύσια.
Σύμφωνα με το Δ.Ν.Τ η Ελλάδα θα έχει φέτος σοβαρή συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 1,7% και νέα συρρίκνωση 0,4% το 2010. Επίσης προβλέπουν σημαντική αύξηση της ανεργίας. Έντρομη η κυβέρνηση απέκρυψε τις αντιλαϊκές προτάσεις του Δ.Ν.Τ γιατί φοβάται εξέγερση μισθωτών-συνταξιούχων. Ταυτόχρονα και η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, συνένοχη στην 20ετή νεοφιλελεύθερη παταγώδη αποτυχία, ανησυχεί για τις συνέπειες της βαθειάς καπιταλιστικής κρίσης.
Οι συζητήσεις που γίνονται τις τελευταίες ημέρες για άμεση προσφυγή στις κάλπες μέσα σε κλίμα τεχνητής πόλωσης των δύο μονομάχων του νεοφιλελευθερισμού, έχουν άμεση σχέση με την σοβαρή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και τα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα που προωθούνται από τους «γκουρού» του νεοφιλελευθερισμού. Οι λαϊκές δυνάμεις πρέπει να αγωνιστούν για την αποτροπή αυτών των σχεδίων που, εκτός των άλλων, είναι και αναποτελεσματικά, αφού θα βυθίσουν την χώρα σε μεγαλύτερη κρίση.
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΔΗΚΚΙ
ΓΡΑΦΕΙΑ: ΚΑΡΟΛΟΥ 28 ΠΛ. ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ
ΤΗΛ. ΚΕΝΤΡΟ:210 5234288-9 ΦΑΞ : 210 5239856
Mail: info@dikki.org , press@dikki.org
Web site : www.dikki.org

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

ΝΕΑ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΣΗ

Αθήνα 17.7.09
Έγινε προχθές στην Βουλή η συζήτηση για τις επίμαχες ρυθμίσεις για την 24ωρη χρήση των καμερών στους δρόμους, της δημιουργίας τράπεζας DNA και της ταυτοποίησης των καρτοκινητών τηλεφώνων.
Αυτά τα μέτρα παίρνονται στα πλαίσια των συμβάσεων που έχουν υπογράψει με τις ΗΠΑ οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, καθώς και η Ε.Ε με τις ΗΠΑ. Ουσιαστικά βαθαίνουν την εξάρτηση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ σε ζητήματα ασφαλείας και υποτάσσουν την χώρα μας στο κλίμα της αντιτρομοκρατικής υστερίας, μέσα στο οποίο οι ηγέτες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού προσπαθούν να προωθήσουν τους κοσμοκρατορικούς σχεδιασμούς τους.
Για το όλο ζήτημα εκφράστηκαν αντιρρήσεις και καταγγελίες ακόμη και από συντηρητικούς πολιτικούς φορείς, ενώ την αντίθεση τους εξέφρασαν επίσης φορείς που υπερασπίζονται τα ατομικά δικαιώματα καθώς και ο δικηγορικός σύλλογος.
Το ΔΗΚΚΙ καλεί τον λαό σε αντίσταση, ώστε να μην βρουν εφαρμογή τα αντιλαϊκά αντιδημοκρατικά μέτρα της κυβέρνησης.
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΔΗΚΚΙ
ΓΡΑΦΕΙΑ: ΚΑΡΟΛΟΥ 28 ΠΛ. ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ
ΤΗΛ. ΚΕΝΤΡΟ:210 5234288-9 ΦΑΞ : 210 5239856
Mail: info@dikki.org , press@dikki.org
Web site : www.dikki.org

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΥΠ. ΕΞ. ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΓΙΑ «ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ» ΜΕ ΤΗΝ ΕΛ. ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΏΝ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΓΙΑ «ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ» ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ
Η μυστική διπλωματία της Κυβέρνησης έχει καταστεί ιδιαίτερα επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα και αυτό καταδεικνύεται καθημερινά στον μεν στρατιωτικό τομέα με τις διαρκής παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου χώρου, από Τουρκικά μαχητικά, στο δε διπλωματικό επίπεδο από διαρκής δηλώσεις αξιωματούχων της Τουρκικής Κυβέρνησης, με αποκορύφωμα την απροκάλυπτη δήλωση του εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας ότι υπάρχουν «μυστικές συμφωνίες» με την ελληνική Κυβέρνηση σε ζητήματα που αφορούν το Αιγαίο.
Τις συμφωνίες αυτές πρέπει άμεσα η Κυβέρνηση να τις φέρει στο φως προκειμένου να γνωρίζει ο λαός το τι διακυβεύεται σε ότι αφορά την εθνική ανεξαρτησία. Κινήσεις που απεμπολούν τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο δημιουργούν δυσοίωνες παραμέτρους για το μέλλον του ελληνικού λαού.
Να σταματήσουν αμέσως οι Ελληνοτουρκικές προσεγγίσεις, «φιλίες» και υποχωρητικότητες και να υπάρξει δυναμική αντίδραση, όπως αρμόζει σε ένα εθνικά κυρίαρχο κράτος σε διπλωματικό, και πολιτικό επίπεδο.
Το ΔΗΚΚΙ το μόνο ζήτημα που βλέπει «ανοιχτό» στο Αιγαίο είναι η διευθέτηση της υφαλοκρηπίδας και κανένα άλλο. Οποιαδήποτε άλλη συζήτηση και συμφωνία συρρικνώνει τη δυναμική της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και παραδίδει στην τουρκική επιθετικότητα ζωτικό εθνικό εναέριο χώρο.
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΔΗΚΚΙ
ΓΡΑΦΕΙΑ: ΚΑΡΟΛΟΥ 28 ΠΛ. ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ
ΤΗΛ. ΚΕΝΤΡΟ:210 5234288-9 ΦΑΞ : 210 5239856
Mail: info@dikki.org , press@dikki.org
Web site : www.dikki.org Αθήνα 17.7.09